Quantcast
ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ TOP

Κούης για όλα! Η… σημαία του Άρη σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη 4.000 λέξεων: “Αυτά αγάπησα, αυτά με πληγώνουν! Δεν ήμουν ταλέντο, αλλά…” (photo)

Έτος 1963, δύο ψηλόλιγνα αδέρφια εμφανίζονται  από το πουθενά στις γειτονιές γύρω από την εκκλησία των τριών Ιεραρχών στον Εύοσμο και στις πολλές αλάνες που υπάρχουν εκείνη την εποχή, παίζουν όλη μέρα μπάλα. Ο μεγαλύτερος αδερφός είναι ο καλύτερος και ξεχωρίζει για την τεχνική του και για το αριστερό του πόδι. Φαινόταν ότι θα πήγαινε ψηλά.

Όμως δεν το αγαπάει το ποδόσφαιρο και σταδιακά το εγκαταλείπει. Ο μικρότερος όμως λατρεύει τη μπάλα και θέλει αν είναι δυνατόν όλη μέρα να παίζει. Ώρες ατέλειωτες ο μικρότερος από τα δύο αδέρφια πού τον έχανες πού τον έβρισκες έπαιζε μπάλα με κάθε παρέα παιδιών που συναντούσε στις αλάνες της γειτονιάς του. Τα χρόνια περνάνε και όταν ο πιτσιρικάς έγινε 15 ετών, ο κουρέας της γειτονιάς τον πείθει να πάει στον Αγροτικό Αστέρα και να τον δουν και αν τους κάνει να ενταχθεί στα τμήματα υποδομής, στους ερασιτέχνες. Αυτή είναι η μικρή εισαγωγική ιστορία ενός από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές που φόρεσαν τη φανέλα του ΑΡΗ, του Κωνσταντίνου Κούη…

Του Ντίνου Κούη!

Ο Ντίνος Κούης λοιπόν, σε μια αποκαλυπτικά συνέντευξη 4.000 λέξεων για το PRESSARIS.

Στον Αγροτικό Αστέρα, ομαδάρα εκείνη την εποχή, τον πήγε ο… κουρέας της γειτονιάς του όπου έπαιξε με την πρώτη ομάδα 4 χρόνια. Στον ΑΡΗ στη συνέχεια και συγκεκριμένα το 1974 τον πήγε η τότε διοίκηση του Αγρ. Αστέρα και με πρόταση των προπονητών  Καρακασίδη, Αλμπάνη, Στράντζαλη και Γαβρηγιώργου, αλλά και θετική εισήγηση του προπονητή των κιτρίνων Στάνκοβιτς.

-Ξεκινώντας και αναπολώντας μας λέει…

-Εκείνη την εποχή 1963 παίζαμε σε αλάνες καθώς δεν υπήρχαν Ακαδημίες. Ο αδελφός μου ο Άγγελος ήταν πολύ καλύτερος από μένα στη μπάλα. Αλλά δεν του άρεσε πολύ το ποδόσφαιρο. Εγώ όλη μέρα ήθελα να είμαι στην αλάνα και όταν η μαμά μου με μάλωνε και προσπαθούσε να με συμμαζέψει της έλεγα ότι για εμένα η μπάλα είναι η ζωή μου και μια μέρα θα με δεις στην τηλεόραση. Και μάλιστα τότε δεν είχαμε και τηλεοράσεις. Μετά ήρθε η ασπρόμαυρη μέχρι να έρθουν οι έγχρωμες, αλλά η μάνα μου όταν έπαιζα πια στο πρωτάθλημα με τον ΑΡΗ με άκουγε πολύ, κολλημένη στο ραδιόφωνο. Μάλιστα σε ένα παιχνίδι με τον Ολυμπιακό είχα τραυματιστεί, ήμουνα και στρατιώτης τότε και έπαιρνε τηλ. η μητέρα  μου στο νοσοκομείο που με είχαν πάει και ζητούσε απαιτητικά να μιλήσει μαζί μου. Γιατί είχε ανησυχήσει. Κυρίως γιατί σαν παίκτης δεν τραυματιζόμουν ούτε εύκολα ούτε συχνά.

-Από τους ανθρώπους γύρω σου συνήθως παίρνεις πράγματα;

-Συνέχεια. Όταν πήγα στον Αγροτικό Αστέρα ήμουν 15 χρονών. Τότε ο Αγροτικός Αστέρας ήταν ομαδάρα, με παίκτες προσωπικότητες. Εγώ παρακολουθούσα τις κινήσεις τους μέσα στους αγώνες αλλά κυρίως παρατηρούσα το πώς στέκονταν στις  προπονήσεις τους και αντέγραφα κινήσεις που μου άρεζαν. Αλλά δεν είχα το φυσικό ταλέντο για να τις αντιγράφω κατευθείαν. Έβαζα σιγά-σιγά στις δικές μου κινήσεις κάποια πράγματα που έβλεπα σε αυτούς αλλά με πολλή δουλειά πίστεψε με, με πολύ κόπο και προσπάθεια κατάφερνα να αφομοιώσω κάποια καινούργια πράγματα. Αφιέρωνα πολλές ώρες για να καταφέρω μια καλή κίνηση που έκαναν οι άλλοι να μπορώ κι εγώ να την αποδώσω.

ΑΝ ΕΙΧΑ ΤΑΛΕΝΤΟ…

-Πολλοί έχουν πει ότι καθόσουν και έκανες ατομικές προπονήσεις ακόμα και όταν ήρθες στον ΑΡΗ  μέχρι που βράδιαζε, είναι αλήθεια;

-Αλήθεια είναι! Μα έτσι έφτασα εκεί που έφτασα. Δεν υπερηφανεύομαι ότι είχα κανένα φοβερό ταλέντο. Αν η φύση με είχε προικίσει με φοβερό ποδοσφαιρικό ταλέντο θα ήμουν δυο φορές ψηλότερα από κει που έφτασα. Εκείνη την εποχή όμως, δεν είχε ο κάθε παίκτης τον μάνατζερ του. Έπρεπε να κάνεις δωδεκαετία για να μείνεις τελείως ελεύθερος. Εμένα στην οκταετία έκανε πρόταση να με πάρει ο Παναθηναϊκός και έδινε στον ΑΡΗ, το 1980, πενήντα εκατομμύρια δραχμές και σε μένα εικοσιπέντε. Αλλά ο Κ. Μαραβέλιας και άλλοι σύμβουλοι είχαν πει «να φύγουν όλοι εκτός από τον Κούη». Αφού δεν έγινε δεκτή η πρόταση του Παναθηναϊκού έμεινα στον ΑΡΗ.

 

ΟΙ ΣΗΜΑΙΕΣ

-Έμεινες στον ΑΡΗ και είσαι από τους ελάχιστους που είσαι σημαία. Ο Βικελίδης, ο Αλεξιάδης εσύ…δεν έχουμε και πολλούς.

-Τις προάλλες μπαίνοντας σε ένα σάϊτ τυχαία έπεσα πάνω σε μια αναδρομή που αναφερόταν στο ότι είχα  ισοφαρίσει το ρεκόρ του Αλεξιάδη με ένα γκολ που έβαλα με φάουλ. Θυμάμαι ότι ήταν  Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου του 1987. Στο γεμάτο και ενθουσιώδες Χαριλάου, κερδίσαμε  άνετα και με καλή απόδοση τον ΟΦΗ με 3-1. Τα τέρματα της ομάδας μας πέτυχαν ο Ευριπίδης Σαμώλης, εγώ με φάουλ και ο Βασίλης Δημητριάδης. Και με αυτό το γκολ που πέτυχα ισοφάρισα το ρεκόρ των γκολ του μεγάλου Αλέκου Αλεξιάδη, φτάνοντας στην πρώτη θέση. Συγκεκριμένα την μέρα εκείνη, πέτυχα το 127ο τέρμα με την κίτρινη φανέλα, όσα δηλαδή πέτυχε και ο θρύλος Αλέκος Αλεξιάδης σε όλη την καριέρα του στην ομάδα. Ήταν ο Αλεξιάδης στο γήπεδο, κατέβηκε μετά το τέλος του αγώνα για να με συγχαρεί και παρά την μεγάλη τιμή που ήταν για μένα αυτό το ρεκόρ με έπιασε μια στενοχώρια. Ήμουν ένας παίκτης που έπαιζα και αμυντικά και στα χαφ και σχεδόν ποτέ στην επίθεση και στενοχωρήθηκα, χαρμολύπη ένιωσα, που πέρασα τον Αλεξιάδη που ήταν καθαρά επιθετικός παίκτης,  σέντερ φορ και στη συνέντευξη που μας πήραν εκείνη τη μέρα είχα πει ότι συγκινήθηκα που κατάφερα να περάσω έναν παίκτη που είναι θρύλος για τον ΑΡΗ. Και τώρα που σου το λέω συγκινούμαι και πάλι.

-Στην καινούρια εποχή ωστόσο παλαίμαχοι δεν θα υπάρχουν.

-Όντως, τους παλαίμαχους πρέπει να τους ξεχάσουμε. Οι ομάδες πλέον δεν έχουν Έλληνες ποδοσφαιριστές για πάνω από δύο τρία χρόνια. Δεν είμαι εναντίον των ξένων που έρχονται στις ομάδες. Απλά θα ήθελα οι ξένοι που έρχονται να είναι καλύτεροι από τους Έλληνες. Η προσφορά τους στην ομάδα να είναι αξιοσημείωτη. Παρόλο που δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν που φοράει τη φανέλα του ΑΡΗ, θα ήθελα να δίνουν στην ομάδα μεγαλύτερο αβαντάζ από ό,τι θα έδιναν Έλληνες παίκτες. Έχουμε δει παίκτες που στην προηγούμενη ομάδα τους είχαν μεγάλη προσφορά και στον ΑΡΗ δεν μπόρεσαν να προσφέρουν. Δεν δικαίωσαν τη φήμη τους. Δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν αλλά αυτοί που κάνουν τις αναζητήσεις των παικτών πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί.

-Προφανώς συγκρίνεις αυτή την εποχή με τη δική σας.

-Στη δική μας εποχή είχαμε  έναν, δύο, τρεις ξένους παίκτες. αλλά τους θυμόμαστε όλους έναν – έναν. Νίκιτς, Έρικσον, Όλε, Λεκμπελο, Μπάχτιτς ήταν όλοι πολύ καλοί ποδοσφαιριστές. Όπως δεν μπορεί κανείς να ξεχάσει τον Ιβάν, τον Λότσαρ, τον Κένεντι.

Η ΑΚΑΔΗΜΙΑ

-Όπως έχουν γίνει τα πράγματα ακόμη κι αν βγει ένα πολύ μεγάλο ταλέντο από την ακαδημία σου θεωρείς ότι  είναι πολύ απίθανο να πάει στον ΑΡΗ να παίξει μπάλα;

-Είναι απίθανο γιατί οι ελληνικές ομάδες πλέον δεν δείχνουν ενδιαφέρον για Έλληνες παίκτες παρόλο που αν προτείνουμε εμείς κάποιον από την Ακαδημία θα είναι πολύ καλός και εξελίξιμος. Και μάλιστα αυτοί οι παίκτες που φεύγουν από τις ακαδημίες μας δεν κοστίζουν τίποτα για τις ομάδες που τους παίρνουν. Αλλά για να μην τους αδικώ έρχονται άνθρωποι από τον ΑΡΗ και από άλλες ομάδες και παίρνουν παίκτες που επιλέγουν, ανεξάρτητα αν αυτοί προωθούνται τελικά στην πρώτη ομάδα ή τι πιθανότητες έχουν να παίξουν.

-Παρόλα αυτά εγώ γνωρίζω ότι έχεις δώσει έναν παίκτη από την Ακαδημία σου στον Ολυμπιακό.

-Έχουμε δώσει, όντως, παίκτη στον Ολυμπιακό, άσχετα αν δεν έφτασε πολύ ψηλά, αλλά όπως σου είπα και πριν έχουν έρθει υπεύθυνοι από πολλές ομάδες και από τον ΑΡΗ εδώ στην Ακαδημία, βλέπουν ταλέντα που τους ενδιαφέρουν, τους παίρνουν, αλλά δεν ανεβαίνουν στις πρώτες ομάδες. είναι πολύ καλοί αλλά επειδή συνήθως παίρνουν ξένους παίκτες επενδύουν σε εκείνους γιατί έχουν δώσει χρήματα. Ο Έλληνας έχει αυτό το ελάττωμα. Μπορεί να του δώσεις κάτι δωρεάν και να το χαλάσει σε μια μέρα. Αλλά το ίδιο πράγμα αν δώσει λεφτά για να το αγοράσει θα το κρατήσει για πέντε χρόνια.

ΚΑΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ!

-Στα εικοσιένα χρόνια της  καριέρας σου δεν πήρες ποτέ κόκκινη κάρτα. Από ότι έχεις πει, λόγω της ηρεμίας που πάντα είχε όταν αγωνιζόσουν.

-Η ζωή μου όλη είναι ήρεμη. Είναι φιλοσοφία ζωής για μένα. Όταν θέλω να μου κάνουν μια εξυπηρέτηση, το ζητάω μόνο μία φορά, δεύτερη δεν υπάρχει. Και μάλιστα τους λέω, «Αν αυτό που θέλω είναι νόμιμο θα το κάνεις. Αν δεν είναι νόμιμο δεν θα το κάνεις.» Έτσι συμπεριφέρομαι και στην Περιφέρεια και στην προσωπική μου ζωή και στο ποδόσφαιρο. Ακόμη κι αν στο δρόμο πάθω κάποιο ατύχημα με το αυτοκίνητο, η λογική μου είναι να μην φτάνουμε σε αντεγκλήσεις. Ακόμη κι αν βρεθώ σε κατάσταση που άλλος έρχεται επιθετικά εναντίον μου, η τάση μου είναι να τον ηρεμώ κι όχι να ρίχνω λάδι στη φωτιά.

– Όχι μόνο δεν πήρες ποτέ σε 21 χρόνια καριέρας κόκκινη κάρτα αλλά και όταν αγωνιζόσουν ήσουν καθαρός παίκτης. Είναι και κάπως έτσι;

– Οι φίλαθλοι  οι δικοί μας μου έδιναν ψυχολογική ώθηση σε κάθε παιχνίδι. Αλλά και οι φίλαθλοι σε εκτός έδρας αγώνες δεν μπορούσαν να με επηρεάσουν αρνητικά. Αλλά να ξέρεις όσο και αν πωρωνόμουν όσο κι αν τρελαινόμουν,  ποτέ στην καριέρα μου δεν έπαιξα βρώμικα. Τους αντιπάλους μου μέσα στο παιχνίδι τους έπαιζα δυνατά, αλλά καθαρά. Δεν τους χτυπούσα, δεν τους τραβούσα από τη φανέλα, δεν τους έσπρωχνα. Και αντίστοιχα και αυτοί με σέβονταν. Στο παιχνίδι της Εθνικής με τη Δανία με προπονητή τον Αρχοντίδη τον Απρίλιο του 1983 που χάσαμε 1-0, ο Καρούλιας κλώτσησε έναν παίχτη των Δανών στο πόδι και αυτός πέφτοντας με φόρα ερχόταν ακριβώς πάνω στο πόδι μου και αν το έβρισκα στο κεφάλι θα είχε πάθει μεγάλη ζημιά. Ενστικτωδώς σήκωσα πιο πάνω το πόδι μου για να μη τραυματιστεί άσχημα ο αντίπαλος κι αυτός προσγειώθηκε με το κεφάλι πάνω στο γόνατό μου, έσπασε ο ημιτένοντας, ούρλιαζα από τους πόνους και φυσικά βγήκα αλλαγή μόλις στο 20 λεπτό και με αντικατέστησε ο Κωστίκος. Στο δωμάτιο, το βράδυ που διανυκτερεύσαμε ήμουνα με τον Λ. Παπαϊωάννου που δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα γιατί από τους πόνους φώναζα και βογκούσα. Τότε δεν υπήρχαν παυσίπονες ενέσεις και ο τραυματισμός μου ήταν από τους πιο σοβαρούς. Αυτόν τον τραυματισμό δεν μπορούσαν οι δικοί μας ορθοπεδικοί να τον αποκαταστήσουν και αναγκάστηκα να πάω στον γιατρό της BAYERN στο Μόναχο για να θεραπευτώ.

ΑΔΙΚΗΜΕΝΗ ΓΕΝΙΑ

– Αδικημένη γενιά, η γενιά σας;

– Αδικημένη μόνο όσον αφορά την εξέλιξη που θα μπορούσα να έχω αν έπαιζα στον Ολυμπιακό ή στον Παναθηναϊκό. Εκεί που οι διαιτητές έδειχναν συμπάθεια σε αυτές τις ομάδες, αν έπαιζα εκεί θα είχα πετύχει πολύ περισσότερα γκολ. Εμείς, τη σεζόν ‘78–‘79 παίξαμε στην Περούτζια, βάλαμε 3 γκολ και κινήσαμε την περιέργεια των Ευρωπαίων, οι οποίοι μέχρι τότε δεν ήξεραν ότι υπάρχουμε. Ήξεραν μόνο τους παίκτες του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού που έπαιζαν στην Ευρώπη.

– Είπες Περούτζια, τι γκολάρα έβαλες εκεί στο 0-1!

– Ναι, ήταν ωραίο γκολ! Αλλά άκου τώρα. Ο Διακογιάννης που έκανε την περιγραφή για την τηλεόραση είπε ότι το 0-1 το έκανε ο Μπαλής. Στο τέλος του αγώνα βέβαια, ήρθε στα αποδυτήρια και μου ζήτησε συγνώμη. Μου είπε «Ντίνο, σου έφαγα το γκολ! Σου ζητάω συγνώμη. Είπα ότι το 0-1 το έκανε ο Μπαλής» (Σ.Σ. Δυστυχώς ακόμη και τώρα στο YouTube η περιγραφή του Διακογιάννη είναι η λανθασμένη). Φυσικά τον συγχώρεσα γιατί έτσι είναι ο χαρακτήρας μου. Ακόμη και σε περιπτώσεις που έχω δίκιο στενοχωριέμαι αν ξέφυγα.

ΚΟΥΗΣ ΚΑΙ ΓΚΟΛ

-Αλλά και γενικά το «είχες « το γκολ…

-Ναι ήταν και αυτό ένα στοιχείο του χαρακτήρα μου στο παιχνίδι μου. Εγώ όταν ξεκίνησα από τον Αγροτικό Αστέρα η τάση μου ήταν πάντα το γκολ, το διεκδικούσα, το κυνηγούσα το γκολ. Ξέρεις το γκολ το βάζουνε συνήθως ποδοσφαιριστές που το έχουνε μέσα τους και το αγαπάνε πάρα-πάρα πολύ, όχι απλά το αγαπάνε. Μάλιστα σε ορισμένες στιγμές όταν έπαιζα στον Αγροτικό Αστέρα ο προπονητής μου όταν η ομάδα δεν μπορούσε να πετύχει κάποιο γκολ , με προωθούσε μπροστά στην επίθεση να πετύχω κάποιο γκολ , γιατί έπαιζα περισσότερο σαν μεσοαμυντικός, και μετά να γυρίσω πίσω να το κρατήσουμε. Μιλάω πάντα σαν ομάδα έτσι, αλλά και στον ΑΡΗ όταν πήγα η επιδίωξη μου ήταν όταν δεν πήγαινα και εγώ και η ομάδα καλά, έλεγα μέσα μου ότι ο μόνος τρόπος ήταν να πετύχω κάποιο γκολ για να μπορέσω να δώσω την νίκη στην ομάδα μου. Πείσμωνα όσο περνούσε ο χρόνος και δεν ερχόταν το γκολ που θα μας έδινε τους βαθμούς και προσπαθούσα να δώσω ώθηση στον εαυτό μου για να δώσω ακόμα περισσότερα προς την επίτευξη του σκοπού μας.

-Όσο ήρεμο και ήταν το παιχνίδι σου, κάποιες στιγμές δεν μπορεί στο ποδόσφαιρό ή στην καθημερινότητα θα έφτασες στα όρια σου.

-Κι όμως ΟΧΙ, ποτέ! Να φανταστείς ότι πρόσφατα  «έφυγε» η κόρη του Τάκη Κόμνου, η Βασιλική και όπως και στην περίπτωση του Άλκη που και τα δύο αυτά συμβάντα είναι πολύ τραγικά τα έβλεπα στην τηλεόραση και έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια μου χωρίς να κλαίω. Ακόμα και σε αυτά τα τραγικά γεγονότα που εσωτερικά με είχαν συνθλίψει δεν έχασα την αυτοκυριαρχία μου. Αλλά το συναίσθημα ήταν πιο ισχυρό από μένα. Τα μάτια μου έτρεχαν δάκρυα επί αρκετή ώρα χωρίς να κλαίω…Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στην ευαισθησία του χαρακτήρα μου σε συνδυασμό με το ότι δεν έχω ακραίες συμπεριφορές και κρατώ μια καθολική ηρεμία στις αντιδράσεις μου.

ΤΟ ΑΓΧΟΣ

-Ποτέ δεν είχες άγχος για κάτι;

-Στα δικά μου τα χρόνια οι προπονητές την ενδεκάδα την ανακοίνωναν τελευταία στιγμή πριν βγει η ομάδα στο χορτάρι. Το άγχος μου ήταν αν θα πει ο προπονητής το όνομα μου στην βασική ενδεκάδα. Παρότι τις περισσότερες φορές ήξερα μέσα μου ότι θα έπαιζα αυτό το άγχος δεν μπορούσα να το διαχειριστώ. Το άγχος το είχα μέχρι να πατήσω το πόδι μου στο χορτάρι. Μετά τα ξεπερνούσα όλα. Αφού κι εγώ απορούσα με τον εαυτό μου, πώς μπορούσα και το ξεπερνούσα έτσι απλά.

– Αντί να ασχοληθείς επαγγελματικά με την προπονητική, εδώ και χρόνια βλέπω να ασχολείσαι με Ακαδημία ποδοσφαίρου;

– Ξεκίνησα να γίνω προπονητής αλλά οι συμπεριφορές κάποιων προέδρων και συμβούλων δεν ταίριαζαν στον χαρακτήρα μου και τότε αποφάσισα οριστικά να σταματήσω την όποια προπονητική καριέρα και να ασχοληθώ με τα παιδιά. Από το 2000 ασχολούμαι με τις ακαδημίες γιατί μου αρέσει να προσφέρω αυτό που δεν είχα εγώ όταν ξεκινούσα τη μπάλα. Τα παιδάκια από 5-6 χρονών έρχονται στην ακαδημία και μπαίνουν σιγά-σιγά στο νόημα. Δεν ελπίζω ότι ένα παιδί που έρχεται στην ακαδημία μου θα γίνει οπωσδήποτε ποδοσφαιριστής να παίξει σε ομάδα. Ότι θα βελτιωθεί είναι σίγουρο, αλλά αυτό που με ενδιαφέρει είναι να βελτιωθεί σε αξίες. Εγώ όταν βλέπω ένα παιδί 5-6 χρονών που έρχεται για πρώτη φορά λέω ότι ήρθε εδώ για να πάρει τις αξίες του αθλητισμού, που είναι η φιλία, το ευ αγωνίζεσθαι χώρια ότι πρέπει να μάθεις από τα βασικά πως θα έχεις τα χέρια σου όταν τρέχεις, πως θα υποδεχθείς την μπάλα, πως θα την οδηγήσεις την μπάλα, πως θα κάνεις μία μικρή πάσα. Όλα αυτά συντελούν στο να αγαπήσει το παιδί τον αθλητισμό.

Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος. Όχι έρχεται ένα παιδί και θα το κάνεις ντε και καλά ποδοσφαιριστή. Μπορεί αύριο μεθαύριο να ξεφύγει και να ακολουθήσει κάτι άλλο. Ένα παιδί για να παίξει ποδόσφαιρο πρέπει να βγαίνει μέσα από την ψυχή του. Και βέβαια ένα ταλέντο ξεχωρίζει από μικρό. Πρέπει να το καταλάβουμε και να το προωθήσουμε αυτό το παιδί. Γιατί για τον καθένα από μας  το παιδί του είναι το καλύτερο, αλλά αυτό πρέπει να το κρίνουν και ορισμένοι άνθρωποι που γνωρίζουν από ποδόσφαιρο. Όμως στην Ελλάδα όλοι θέλουμε να κάνουμε τους προπονητές. Είτε είναι φίλαθλος, είτε οτιδήποτε. Αυτό είναι  που σκέφτηκα και εδώ και 22 χρόνια το υπηρετώ με αφοσίωση. Είμαι ικανοποιημένος γιατί τα παιδιά με βλέπουν όλα αυτά τα χρόνια ότι δεν έχω βάλει πολλά κιλά, είμαι πάντα περιποιημένος, ξυρισμένος, κουρεμένος, κοιμάμαι νωρίς, δεν καπνίζω και συνακόλουθα τα παιδιά στις Ακαδημίες με θεωρούνε πρότυπο, γιατί η εικόνα μου δεν έχει αλλάξει πολύ τόσα χρόνια. Όλα αυτά μαζί με πολλές συζητήσεις με τα παιδιά δημιουργούν την ώθηση που χρειάζεται για να συνεχίζουμε. Και τώρα ακόμα που η Ακαδημία είναι μία επιχείρηση συνεχίζω να γυμνάζομαι, να περπατάω, να μπαίνω στα γήπεδα  για να τους δείξω μία άσκηση. Τον εαυτό μου, όποια ασχολία κι αν είχα δεν θεωρούσα ποτέ ότι έφτασα στην κορυφή, ποτέ δεν αυτοπροβλήθηκα, αφήνω τους άλλους να με κρίνουν.

ΟΙ ΠΡΟΠΟΝΗΤΕΣ

-Και μια που μιλάμε για την προπονητική ποιον προπονητή στην μεγάλη καριέρα σου θα  ξεχώριζες;

– Ασφαλώς ο Πέπε Σασία είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο για τον Άρη. Αλλά εμένα με βοήθησε πάρα πολύ στην καριέρα μου ο Παναγούλιας. Ο Αλκέτας Παναγούλιας, δεν ήταν αυτό που λέμε ποδοσφαιράνθρωπος. Δεν ασχολούνταν τόσο πολύ  με την ενδεκάδα της αντίπαλης ομάδας ή με την τακτική της. Δεν ήξερε καν τα ονόματα των καλύτερων ποδοσφαιριστών της. Αυτό που έκανε τη διαφορά στον Παναγούλια και πιστεύω το αναγνωρίζουν όλοι, ήταν η προσωπικότητά του. Εμένα προσωπικά με βοήθησε πολύ στον ψυχολογικό τομέα. Θυμάμαι είχαμε πάει με την Εθνική ομάδα στο Αστι κοντά στο Τορίνο για προετοιμασία, κάτι σαν τα 3-5 Πηγάδια ήταν το Άστι. Ήμουν στα 25 μου τότε στα ντουζένια μου ποδοσφαιρικά. Ο Αλέκος Σοφιανίδης που ήταν βοηθός του, τού είχε πει για μένα ότι στην προπόνηση έριχνα το περισσότερο τρέξιμο. Και έρχεται ο Αλκέτας, εγώ πάντα πήγαινα 30 λεπτά νωρίτερα στην προπόνηση κι εκείνη τη στιγμή έπινα ένα εσπρεσάκι και μου λέει: «Άκου να σου πω Κώστα, μη νομίζεις ότι σε κάλεσα στην Εθνική επειδή είμαι Αρειανός και παίζεις κι εσύ στον ΑΡΗ. Σε κάλεσα γιατί σε πιστεύω, είσαι δυνατός, αγωνιστής και μαχητής σε όλα τα παιχνίδια. Σε κάλεσα γιατί το αξίζεις και υπολογίζω σε σένα». Μετά από αυτά τα λόγια του Παναγούλια, έφυγαν από πάνω μου τουλάχιστον 400 κιλά βάρους που ένιωθα λόγω άγχους.

– Με τα κοινά πώς προέκυψε και ασχολήθηκες;

– Στα κοινά μπήκα το 2006 παρακινούμενος από το Διονύση Ψωμιάδη να κατεβώ υποψήφιος για τη Νομαρχία στο ψηφοδέλτια του αδελφού του Π. Ψωμιάδη. Εκλέχτηκα μέσα στην πρώτη οχτάδα και συνεχίζω ακόμη και τώρα να εκλέγομαι στην πρώτη εξάδα. Ήδη συμπληρώνω τέσσερις τετραετίες. Αλλά δεν είμαι πολιτικός. Δε θέλω στην κοινωνική μου ζωή να περιαυτολογώ επειδή είμαι  εκλεγμένος στην Περιφέρεια, δε μου αρέσει να αυτοπροβάλλομαι για όσα έχω πετύχει. Αλλά προτιμώ να με καλέσουν σε μια εκδήλωση που αφορά τον αθλητισμό ή το ποδόσφαιρο παρά για μια πολιτική εκδήλωση. Ωστόσο είναι ένα κομμάτι της ζωής μου και ευχαριστώ τον Π. Ψωμιάδη για την ευκαιρία που μου έδωσε και τον Απ. Τζιτζικώστα που με θέλει στην ομάδα του, γιατί και εκεί ομάδα έχουμε. Θεωρώ με την προσήλωση που δείχνω στα καθήκοντά μου στην Περιφέρεια ότι όλοι με έχουν σε εκτίμηση. Κυρίως λόγω του χαρακτήρα μου.

-Είσαι Τομεάρχης εξυπηρέτησης των πολίτη, στην Περιφέρεια. Τι σημαίνει αυτό;

-Πάω πολλές φορές την εβδομάδα, αν και δεν είναι απαραίτητο, είμαι πολύ συνεπής στα καθήκοντά μου. Ενεργούμε μαζί με την Νιόβη Παυλίδου στο να εξηγήσουμε στους δημάρχους ποια θέματα του πολίτη είναι αρμοδιότητας των δήμων τους και ποια είναι της περιφέρειας. Αλλά παρόλα αυτά, όποιο κι αν είναι το πρόβλημα του πολίτη, η οδηγία που έχουμε απο τον κύριο Τζιτζικώστα είναι να δίνουμε λύσεις. Πηγαίνουμε σε όλους τους νομούς της Περιφέρειας και όχι μόνο στους δήμους Θεσσαλονίκης. Εμείς δεν έχουμε μόνο εποπτικό ρόλο στις δήμους έχουμε και άμεση σχέση με τον πολίτη. Οποιοσδήποτε πολίτης έχει πρόβλημα που πρέπει να ασχοληθεί η Περιφέρεια του δίνουμε οπωσδήποτε λύση. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να μη δοθεί λύση. Μερικές φορές παίρνουν πολίτες στο γραφείο  και μας λένε ότι δεν του σηκώνει ο Δήμαρχος  του δήμου τους το τηλέφωνο. Αναλαμβάνουμε να πάρουμε εμείς τον εκάστοτε Δήμαρχο για να γίνουμε οι διαμεσολαβητές προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα.

– Για σένα αυτό είναι το ταβάνι; Δεν σκέφτηκες να βάλεις υποψηφιότητα για βουλευτής;

– Τώρα πέρασαν τα χρόνια, νομίζω ότι είμαι μια χαρά εδώ. Προέκυψε βέβαια μία πρόταση πολύ παλιά να μπω σε ψηφοδέλτιο, αλλά δε δέχτηκα γιατι όπως σου είπα δεν μου  αρέσει η πολιτική. Δεν μου αρέσουν οι υποσχέσεις που δεν πραγματοποιούνται, δεν μου αρέσουν τα ταξίματα, δε μπορώ συνέχεια να κρατάω ισορροπίες.

– Το «Ντίνος» σου αρέσει περισσότερο από το «Κώστας»;

– Την καριέρα μου την ξεκίνησα σαν Κώστας. Και μέχρι τα παιχνίδια με τη Δανία και το Λουξεμβούργο που σκόραρα, με αποκαλούσαν Κώστα Κούη. Όμως κάποια στιγμή ο Διακογιάννης άρχισε να με αποκαλεί Ντίνο και πες-πες άρχισαν να με αποκαλούν όλοι Ντίνο. Πάντως εγώ θα προτιμούσα να με αποκαλούν Κωνσταντίνο, όπως Κωνσταντίνο αποκαλούμε και  τον μικρότερο εγγονό μου.

-Αναφέρθηκες στον εγγονό σου που έχει και το όνομα σου, τα κρατάς καμιά φορά τα εγγόνια σου;

-Πλάκα κάνεις; Εγώ τα εγγόνια μου, αν δεν τα δω τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα, δεν περνάει η βδομάδα. Τα παίρνω, τα παίζω, τα πάω βόλτες… Μάλιστα ο μικρός ο Κωνσταντίνος μόλις βλέπει είτε στα ρούχα είτε σε παιχνίδι του το κίτρινο χρώμα, το δείχνει με το χεράκι του και λέει «παππού! παππού!» Τους κάνω κι εγώ το καθιερωμένο test: τους ρωτάω τι ομάδα είσαι; ΑΡΗΣ! απαντούν και δείχνουν ταυτόχρονα το κίτρινο χρώμα και λένε «το χρώμα του παππού!».Τους δείχνω φωτογραφίες δικές μου, βίντεο αν υπάρχουν. Όταν καμιά φορά τα φέρνει η κόρη μου η Τζένη  στον Εύοσμο και τα βγάζω βόλτα, αυτά βλέπουν ότι σχεδόν όλοι όσοι με συναντούν με χαιρετούν γιατί με γνωρίζουν. Και τα εγγόνια μου με έχουν σε μεγάλη εκτίμηση που είμαι αναγνωρίσιμος. Ταυτόχρονα με έχουν και αδυναμία όπως κι εγώ.

-Πριν γίνεις παππούς μπορούσες να σκεφτείς τα συναισθήματα που έχεις τώρα;

-Όχι μόνο δεν το αντιλαμβανόμουν,  αλλά και όλα αυτά που έβλεπα να κάνουν οι παππούδες με τα εγγόνια τους πολλά χρόνια πριν τα θεωρούσα υπερβολές. Τώρα βέβαια, τους δικαιώνω. Κυρίως γιατί όταν τα δικά μου παιδιά μεγάλωναν, αν εξαιρέσεις δεκαπέντε – είκοσι μέρες που κάναμε διακοπές το καλοκαίρι όλοι μαζί, τον υπόλοιπο χρόνο τα έβλεπα πολύ σπάνια. Λόγω υποχρεώσεων με τον ΑΡΗ και την εθνική ομάδα μπορούσα να μην τα δω για μια ολόκληρη εβδομάδα. Δεν τα χάρηκα τα παιδιά μου. Αλλά τα μεγάλωσε σωστά η γυναίκα μου η Ματούλα που ήταν βράχος όλα αυτά τα χρόνια και τώρα αυτή είναι περισσότερο τρελαμένη με τα εγγόνια μας απότι εγώ.

– Ήσουν για ένα ικανό διάστημα manager στον Άρη. Πώς ήτανε η θητεία σου εκεί;

– Ανταποκρίθηκα, πιστεύω, καλά σ’ αυτό το ρόλο, γιατί η βασική μου δουλειά ήταν να φέρνω παίκτες. Έφερα τον Λόντσαρ, τον Μιλόγεβιτς, τον Ιβάν…

– Πώς τον ανακάλυψες αυτόν τον παικταρά τον   Ιβάν;

– Είχαμε πάει στη Βραζιλία με τον πρόεδρο Λάκη Ιωαννίδη, στη Σάντος για να δούμε δύο παίκτες που μας είχε προτείνει ο Γκουερίνο για να τους πάρουμε στον ΑΡΗ. Σε εκείνο τον αγώνα ο Πελέ καθόταν 4-5 καθίσματα πιο αριστερά από εμάς. Ο Γκουερίνο μας πρότεινε δύο παίκτες που φορούσαν τα νούμερα 10 και 11. Εγώ τους παρακολούθησα σε όλο το παιχνίδι αλλά τα μάτια μου είχαν καρφωθεί στο νούμερο 7 στον Ιβάν Σίλβα Σάντος. Ξετρελάθηκα… ενώ για τους παίκτες που μας πρότεινε ο Γκουερίνο είχα πει ότι δεν είναι κακοί αλλά αν τους πάω στον ΑΡΗ θα φάω πολύ ξύλο από τον κόσμο, γιατί δεν ήταν κάτι εξαιρετικό. Ρώτησα πόσο κοστίζουν και έμαθα ότι για κάθε παίκτη έπρεπε να πάρει η ομάδα του  5 εκατομμύρια δραχμές και άλλα 5 εκατομμύρια ο ίδιος το χρόνο. Έρχομαι στη Θεσσαλονίκη και ο Φοιρός μου πρότεινε να πάω στο Νόβισαντ να δω έναν παίκτη της Βοϊβοντίνα που τον είχε δει και του είχε αρέσει. Εκείνη την εποχή πρόεδρος στην ΠΑΕ ΑΡΗΣ ήταν ο Ν. Τσαρούχας αλλά τα λεφτά για τις μεταγραφές τα έδινε ο Γράντας. Ο Γιουγκοσλάβος παίκτης που δεν ήταν καλύτερος από τον Ιβάν, για να τον πάρουμε με μεταγραφή έπρεπε να δώσουμε 100 εκατομμύρια δραχμές στη Βοϊβοντίνα και 20 εκατομμύρια δραχμές στον παίκτη για ένα χρόνο. Στη σύσκεψη που κάναμε με παρόντες τους Γράντα, Τσαρούχα, Φοιρό κι εμένα η πρόταση η δική μου ήταν να πάρουμε τον Ιβάν. Αλλά ο κύριος Τσαρούχας αντέδρασε φωνάζοντας, γιατί ήθελε να φέρουμε τον Γιουγκοσλάβο. Είπα τότε σε όλους ότι αν δεν πάρουμε τον Ιβάν, εγώ παραιτούμαι. Τελικά πήραμε τον Ιβάν, αφού και η διαφορά στα λεφτά ήταν τεράστια. Το πρώτο παιχνίδι του Ιβάν ήταν με την ΑΕΚ εκτός έδρας. Έκανε πολύ καλή εμφάνιση και μετά το τέλος του αγώνα, στην καθιερωμένη συνέντευξη τύπου των προπονητών, ήρθε ο Ν. Τσαρούχας στην αίθουσα και είπε στους δημοσιογράφους «θέλω να ζητήσω συγνώμη από τον Ντίνο Κούη γιατί ήμουν κάθετα  αντίθετος στην μεταγραφή του Ιβάν, όμως αναγνωρίζω ότι ο Ντίνος είχε δίκιο για τη εισήγησή του, όντως ο Ιβάν είναι ένας πολύ καλός παίχτης». Γι αυτό τον αγαπάω τον Ν. Τσαρούχα, γιατί αναγνώριζε τα λάθη του και είχε τη γενναιότητα αυτό να το κάνει δημόσια.

-Αλλά έφερες στον ΑΡΗ το 1991 και δύο Αλβανούς εκ των οποίων ο ένας ήταν ο Αρτούρ Λεκμπέλο.

-Το 1991 κάποιος φίλος από την ήπειρο με ενημέρωσε ότι δύο πολλοί καλοί παίκτες έμειναν ελεύθεροι από την ομάδα των Τιράνων Νέντορι και με παραίνεσε να τους πάρουμε στον ΑΡΗ. Πράγματι τους πήραμε ήταν ο Λεκμπέλο και ο Γιόσα. Ο Γιόσα ήταν καλύτερος από το Λεκμπέλο, αλλά δεν έπιασε στον ΑΡΗ. Τότε είχαμε προπονητή τον Βούτσοφ και η προετοιμασία θα γινόταν στην Σόφια. Διαπιστώσαμε λοιπόν ότι ο Λεκμπέλο δεν είχε βίζα και δεν μπορούσε να ταξιδέψει μαζί μας στην προετοιμασία. Πήγα λοιπόν με ένα φίλο Βορειοηπειρώτη στην Αλβανία για να πάρω τη  βίζα στο διαβατήριο του Λεκμπέλο. Στα σύνορα τα Αλβανικά επειδή εγώ δεν είχα βίζα δεν με άφηναν να περάσω. Ο φίλος μου που ήξερε τα κατατόπια μου είπε θα περάσουμε μέσα στην Αλβανία γύρω-γύρω από τα σύνορα, από κάτι χωραφόδρομους, πράγματι πήγαμε γύρω-γύρω και τότε ακούσαμε να πέφτουν πυροβολισμοί, λέω από μέσα μου «ωχ Παναγία μου εδώ θα αφήσουμε τα κόκαλα μας». Τέλος πάντων, φτάσαμε και την επόμενη μέρα είχα πάρει μαζί μου και τα κοστούμια, ντύνομαι σαν γαμπρός και πάω για την Ελληνική πρεσβεία. Έπρεπε να βάλει η Ελληνική πρεσβεία βίζα στον Λεκμπέλο για να μπορεί να βγει από την Ελλάδα για τη Βουλγαρία. Φτάνω νωρίς το πρωϊ έξω από την πρεσβεία και βλέπω μια ουρά 2 χιλιομέτρων. Με έπιασε κρύος ιδρώτας. Αλλά άρχισα να προσπερνάω την ουρά με σταθερά βήματα και αγέρωχο στιλ, κανένας από την ουρά δε με σταμάτησε θα σκέφτονταν ότι ήμουν κάποιος υψηλά ιστάμενος. Χτυπάω τη βαριά εξώπορτα, ανοίγει ένα φινιστρίνι και κάποιος που έβλεπα μόνο τα μάτια του με κοιτάζει καλά-καλά. Με ρωτάει «μήπως είσαι ο Κούης;», Ναι του λέω, ο Κούης είμαι. Δεν ήταν πολύς καιρός που είχα σταματήσει τη μπάλα και με αναγνώριζε ο κόσμος που με ήξερε. Έτσι κατάφερα σε χρόνο ρεκόρ να πάρω τη βίζα για το Λεκμπέλο και να έρθει κανονικά μαζί μας στην προετοιμασία. Στα χρόνια που ήμουν μάνατζερ εγώ στον ΑΡΗ, ο μάνατζερ δεν έφερνε μόνο παίκτες έκανε όλες τις δουλειές.

 

** Ο Ντίνος Κούης είναι παντρεμένος με τη Ματούλα και έχει δύο παιδιά τον Ηλία και την Τζένη και δύο εγγόνια από την κόρη του, τον Λεωνίδα και τον Κωνσταντίνο.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

ΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΗΣ

Η μια από τις τρεις σημαίες του Άρη:

Βικελίδης, Αλεξιάδης και Κούης είναι στην κορυφή, χωρίς να είναι δυνατόν

να ξεχωρίσει κανείς ποιός είναι ο καλύτερος. Ήρθε το 1974 από

τον Αγροτικό Αστέρα και σχεδόν αμέσως καθιερώθηκε στην ενδεκάδα.

 Λαμπρό μέλος της μεγάλης ομάδας του 1978-82, παρέμεινε και κατά

την δεκαετία του ’80, λάβαρο της ομάδας. Αγωνίστηκε στα χαφ,

ενώ τα τελευταία χρόνια γύρισε στην άμυνα. Παρά τις θέσεις που

έπαιξε, είχε μια μοναδική ευχέρεια στο σκοράρισμα. Είναι ο άνθρωπος

 των ρεκόρ: Πρώτος στις συμμετοχές, με 559 επίσημα ματς, πρώτος

σκόρερ όλων των εποχών, με 173 γκολ σε επίσημα ματς, πρώτος σκόρερ

σε ευρωπαϊκά παιχνίδια, με 7 γκολ σε 12 ματς. Πρώτος σκόρερ Ελλάδας

το 1980-81 με 21 γκολ, επίδοση αξεπέραστη για παίκτη που δεν αγωνίζονταν

 στην επίθεση. Σταμάτησε την μεγάλη καριέρα του τον Φεβρουάριο του 1991.

Αγαπήθηκε όσο λίγοι παίκτες της γενιάς του. Έκανε το ντεμπούτο του στις 6 Οκτωβρίου 1974 σε ντέρμπι με τον ΠΑΟΚ στο Γήπεδο Χαριλάου (νίκη με 2-1 για τον ΑΡΗ) Ο αποχαιρετιστήριος του αγώνας ήταν στις 3 Φεβρουαρίου 1991 στα πλαίσια του πρωταθλήματος της Α’ Εθνικής απέναντι στον Ολυμπιακό, το ματς έληξε 1-1 στο Χαριλάου και ο Κούης είχε μπει ως αλλαγή στο 69΄.

ΤΟ ΞΕΡΑΤΕ;

*Όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο ακολούθησε καριέρα προπονητή. Έχει εργαστεί σε αρκετούς ελληνικούς συλλόγους όπως η Αναγέννηση Γιαννιτσών, ο Ολυμπιακός Βόλου, η Α.Ο. Κέρκυρα, ο Α.Ο. Καρδίτσας και ο Αγροτικός Αστέρας, ενώ υπήρξε και μέλος του τεχνικού επιτελείου του Άρη (μάνατζερ).

ΝΤΕΜΠΟΥΤΟ ΕΥΡΩΠΗΣ

*Στις 19 Σεπτεμβρίου 1979 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις στην εντός έδρας νίκη με 3-1 επί της Μπενφίκα για το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ (1979-80), όπου αγωνίστηκε καθ΄όλη τη διάρκεια της αναμέτρησης. Στον δεύτερο γύρο της ίδιας διοργάνωσης σημείωσε το πρώτο του ευρωπαϊκό γκολ στην ιστορική εκτός έδρας επικράτηση με 3-0 επί της Περούτζια. Δύο χρόνια αργότερα, για τον ίδιο θεσμό πέτυχε χατ τρικ στο 4-0 επί της μαλτέζικης Σλιέμα στο γήπεδο Χαριλάου ενώ σκόραρε και στην εκτός έδρας νίκη του Άρη με 4-2 απέναντι στην ίδια ομάδα αλλά και στην ισοπαλία με 1-1 στον εντός έδρας αγώνα με τη Λόκερεν στα πλαίσια της επόμενης φάσης. Συνολικά μέτρησε 6 τέρματα σε 12 ευρωπαϊκές συμμετοχές, όλες για τον θεσμό του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ.

ΕΘΝΙΚΗ

Αποτέλεσε βασικό στέλεχος της εθνικής Ελλάδας, με την οποία αγωνίστηκε 33 φορές από το 1979 μέχρι το 1984, πετυχαίνοντας 7 τέρματα. Έκανε την παρθενική του εμφάνιση με το εθνόσημο στις 21 Μαρτίου 1979 απέναντι στη Ρουμανία ενώ η τελευταία του συμμετοχή ήταν στις 15 Φεβρουαρίου 1984 στο ΟΑΚΑ με αντίπαλο την Ανατολική Γερμανία. Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1980 αγωνίστηκε και στους τρεις αγώνες που έδωσε το ελληνικό αντιπροσωπευτικό συγκρότημα. Ιστορικό έχει μείνει το τέρμα που πέτυχε στις 15 Οκτωβρίου 1980 (για τα προκριματικά του Μουντιάλ 1982) στην Κοπεγχάγη, με το οποίο η Ελλάδα νίκησε τη Δανία εκτός έδρας με 1-0.

 

 

To Top