ΜΠΑΣΚΕΤ TOP

Δίπλαρος: “Στον Άρη είναι όλα διαφορετικά! Κάνω επτά ώρες προπόνηση την ημέρα!”

Ο Νίκος Δίπλαρος μίλησε για όλους και για όλα σε μια μεγάλη συνέντευξη που παραχώρησε. Μίλησε για τον Άρη, τον ίδιο, την οικογένεια του, την Εθνική και όχι μόνο…

Διαβάστε τα όσα είπε στο sdna.gr:

– Πως περνάς στη Θεσσαλονίκη;

«Είναι τελείως διαφορετικά απ’ό,τι είχα συνηθίσει. Στον Εσπερο Πατρών μπορεί να έκανα τρεις ώρες προπόνηση και νόμιζα ότι είχα σκιστεί, ότι είχα πεθάνει από την κούραση. Τώρα κάνω 7 ώρες προπόνηση την ημέρα και πλέον καταλαβαίνω τι σημαίνει προπόνηση. Τόσα χρόνια νόμιζα ότι έκανα δουλειά, αλλά δεν έκανα απολύτως τίποτα τελικά. Κι αυτό με έχει προβληματίσει. Τώρα καταλαβαίνω ότι δεν έκανα τίποτα όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Στον Άρη, στην Α1, είναι όλα διαφορετικά. Αλλα τα σώματα, άλλα τα μεγέθη, άλλες οι απαιτήσεις, ειδικά φέτος, που ο Αρης έχει μπει σε μία σειρά. Ετσι κι εμείς οι παίκτες έχουμε πολύ υψηλές υποχρεώσεις. Δεν είχα συνηθίσει να κάνω πολλά πράγματα. Πολλές φορές φεύγει το μυαλό μου, δεν συγκεντρώνομαι. Πολλές φορές το χάνω, διότι δεν είχα συνηθίσει να έχω απόλυτη άσυγκέντρωση. Σε αυτό το επίπεδο δεν επιτρέπεται να τη χάνεις ούτε για μία στιγμή. Αυτό είναι κάτι που με έχει προβληματίσει. Πρέπει να αλλάξω σελίδα και να ξεφύγει το μυαλό μου. Για να πάω καλά…»

Θα τα καταφέρεις;

«Εννοείται! Ναι!»

– Γιατί;

«Πως να στο πω; Δεν έχω άλλη επιλογή. Είμαι αναγκασμένος να πετύχω. Πρέπει να ζήσω. Δεν έχω κάτι άλλο. Δεν ξέρω κάτι άλλο να κάνω. Πρέπει να ζήσω εγώ, να βοηθήσω και την οικογένειά μου. Καλώς ή κακώς, όλα αυτά με κάνουν να πεισμώνω και να έχω την επιτυχία ως μοναδική επιλογή».

– Ξέρεις πόσα ταλέντα σαν κι εσένα έχουν χαθεί στην πορεία;

«Αμέτρητα. Είναι πάρα πολλά».

– Όταν τόσα πολλά παιδιά δεν τα έχουν καταφέρει λοιπόν, όταν οι 9 στους 10 που ξεκινούν να παίζουν μπάσκετ, πολύ σύντομα παίρνουν άλλους δρόμους, εσύ γιατί πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις;

«Ισως αυτοί δεν τον πίστευαν. Ίσως δε δούλευαν. Παίζουν πολλά πράγματα ρόλο. Αν έχω την υγειά μου, τότε πιστεύω ότι θα τα καταφέρω…»

– Το μυαλό σου πόσο πηγμένο είναι;

«Δεν είναι πηγμένο. Δεν είναι όσο θα έπρεπε. Ακόμα πετάω στα ουράνια. Όπως σου είπα, ήμουν σε μία πόλη, στην Πάτρα κι έπαιζα σε μία ομάδα όπου είχα τον μεγαλύτερο χρόνο συμμετοχής, ήμουν αυτός που έκανε τα περισσότερα πράγματα στο γήπεδο και στην επαρχία όταν ξεχωρίζεις λίγο, σε βλέπουν διαφορετικά. Ασχολούνται μαζί σου με ιδιαίτερο τρόπο. Πέφτουν όλοι με τα μούτρα πάνω σου. Αυτό αν δεν μπορείς να το διαχειριστείς, ξεφεύγεις. Δεν μπορούσα να μην ακούω τι λεγόταν γύρω μου. Δεν «ψήλωσα» ποτέ βέβαια, αλλά τώρα αρχίζω σιγά σιγά και στρώνω».

– Τουλάχιστον σε έβλεπαν διαφορετικά και οι γκόμενες…

«Βρε ποιες γκόμενες; Όλος ο κόσμος. Αλλά ξέρεις κάτι; Υπάρχει κάτι που σε συγκρατεί εν μέρει. Δεν ξέρεις αν αυτός που σε προσεγγίζει και πέφτει από πάνω σου θέλει το καλό, ή το κακό σου. Ευτυχώς έχω πατέρα που είναι στο χώρο, είναι προπονητής και πάντα μου έλεγε αυτά που έπρεπε να ακούσω. Ο,τι κι αν μου έλεγε ο καθένας, όσα κομπλιμέντα κι αν άκουγα, στο μυαλό θα είχα πάντα τις κουβέντες του πατέρα μου. Που μου έλεγε ότι σε αυτή την ηλικία, είμαι ένα τίποτα. Δεν έχω πετύχει το παραμικρό».

 Είχες «ψηλώσει»;

«Οχι! Καθόλου! Σου είπα, ο πατέρας μου ήταν συνεχώς δίπλα και με προσγείωνε».

– Μεγάλωσες σε μία οικογένεια που έχει καμάρι τα 7 παιδιά της… Πως είναι να ζεις σε ένα τόσο …πολυπληθές περιβάλλον, μέσα στα τετραγωνικά ενός σπιτιού;

«Μαθαίνεις να ζεις με λίγα»

– Με λίγα χρήματα; Με λίγες ανέσεις;

«Ακου… Εγώ τώρα ζω μόνος μου. Μπορώ να πάρω. σε λογικό πλαίσιο, ό,τι θέλω. Οταν όμως, ζούσα στην Πάτρα, μαζί με τα αδέλφια μου, δεν θα μπορούσα να ζητήσω από τον πατέρα μου να μου αγοράσει κάτι γελοίο… Τα βγάζαμε πέρα οικονομικά διότι ο πατέρας μου, εκτός από εκπαιδευτικός, δούλευε και στην οικοδομή».

– Γιατί θέλησαν οι γονείς σου να κάνουν 7 παιδιά; Τους ρώτησες ποτέ;

«Οχι! Ξέρω ότι ήθελαν να κάνουν πέντε. Είχα ρωτήσει μία μέρα τον πατέρα μου, πόσα παιδιά ήθελε να κάνει. Και μου απάντησε: Πέντε… Το έκτο προέκυψε. Και το έβδομο, μου είπε ο πατέρας μου, το έφεραν για να έχει παρέα το έκτο παιδί. Η αδελφή μου είναι 20 και ο τελευταίος 4.5 ετών. Έτσι λοιπόν, συνήθισα. Και μου άρεσε. Δεν φαντάζεσαι πόσο μου άρεσε. Σε άλλους μπορεί να ακούγεται κουραστικό και ανυπόφορο. Εμένα, τώρα που ζω μόνος μου στη Θεσσαλονίκη, μου λείπει πολύ. Εστω κι αν πάντα έλεγα μέσα μου ότι θέλω να μείνω μόνος μου γιατί δε αντέχω άλλο».

– Σε μία οικογένεια τόσο δεμένη, τόσο αγαπημένη, ήσουν αυτός που ξεχώρισε… Ήρθε κάποια στιγμή ένα από τα αδέλφια σου, να σου ψιθυρίσει στο αυτί, κάποιο βράδυ στο δωμάτιο: «Νίκο, παίξε και για εμάς. Κάνε μας υπερήφανους;».

«Μου το έχει η πει η αδελφή μου. Στο Βόλο. Είχαμε φτάσει στους «8» με την Εθνική κι εγώ είχα αρχίσει να έχω πιο ενεργό ρόλο στην ομάδα. Η συγκίνησή της ήταν πολύ μεγάλη όπως καταλαβαίνεις και μία μέρα μου είπε: «Κάνε μας περήφανους».

– Κι εσύ τι έκανες;

«Τους  …κατέστρεψα. Για ένα διάστημα τους κατέστρεψα. Ο πατέρας μου πέρασε το χειρότερο καλοκαίρι της ζωής του».

– Γιατί πιστεύεις ότι δεν είχες ενεργό ρόλο στην Εθνική ομάδα στα πρώτα ματς;

«Φταίω καθαρά εγώ. Δεν είχα κερδίσει την εμπιστοσύνη του προπονητή μου. Αυτό έφταιγε»…

– Αυτή η τρέλα που κουβαλάς στο παιχνίδι σου, το ένστικτο, ο ενθουσιασμός, πως θα παντρευτεί με τη συγκέντρωση την εγκεφαλικότητα, τη σοβαρότητα που απαιτεί η Α1;

«Μα αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να φτιάξω. Αυτό προσπαθώ, θέλω κι εύχομαι να αλλάξω. Είμαι μονόπλευρος. Είμαι μόνο για το πάνω-κάτω. Πρέπει να μάθω να παίζω καλύτερα στο set παιχνίδι. Και να διαβάζω πολύ καλύτερα τις φάσεις. Ακόμα κι αν δω κάποια κατάσταση, θα το σκεφτώ πολύ, θα διστάσω. Πρέπει να είμαι απολύτως σίγουρος πριν κάνω μία επιλογή. Κι αυτό πρέπει να γίνεται αυτοματοποιημένα».

– Έχει αλλάξει καθόλου η ζωή σου;

«Εχει αλλάξει εντελώς. Δεν κάνω τίποτα άλλο από το μπάσκετ πια. Παλιά είχα σχολεία, μαθήματα, φροντιστήρια. Πλέον το μπάσκετ είναι ο μοναδικός στόχος μου, είναι η δουλειά μου, είναι η ζωή μου».

– Αν αύριο ο Πρίφτης βάλει μία προαιρετική προπόνηση, κι εγώ περάσω από το Αλεξάνδρειο, θα σε δω μέσα στο γήπεδο;

«Εννοείται. Εννοείται θα με δεις».

– Στο ρεπό;

«Εννοείται ότι θα με δεις και στο ρεπό».

– Και τι κάνεις… Πηγαίνεις προπόνηση. Πως δουλεύεις;

«Τα πάντα… Ο,τι περάσει από το μυαλό μου. Σουτ, ντρίμπλες, σουτ μετά από ντρίμπλα, τρεξίματα, διάφορα. Τα πάντα».

– Σε ποιον θες να μοιάσεις;

«Στο Σλούκα!»

– Γιατί στον Σλούκα;

«Γιατί νομίζω ότι το στυλ μου μπορεί να προσεγγίσει σε αυτό του Σλούκα… Το στυλ του Διαμαντίδη δεν μπορώ να το φτάσω. Δεν μπορώ να γίνω τεράστιος. Ο Σπανούλης θα μπορούσε να είναι πρότυπο, όπως και είναι βέβαια, αλλά ο Σλούκας έχει περισσότερη τρέλα μέσα του. Εχει το στυλ του «μπαίνω μέσα και τα κάνω ροντέο». Κάτι που μου αρέσει».

– Αυτή η τρέλα που κουβαλάς, από που προκύπτει; Έχεις κάνει πολλές μαλακίες στη ζωή σου;

«Οχι, δε θα το έλεγα. Δεν έχω κάνει πολλές».

– Κάτσε… Πιο μικρός ήσουν καλόπαιδο, ή κωλόπαιδο;

«Κωλόπαιδο ήμουν. Αλλά πρόσεξε. Εξω από το γήπεδο είμαι το καλύτερο παιδί. Μέσα στο γήπεδο είμαι κωλόπαιδο».

Το άρθρο συνεχίζεται μετά τη διαφήμιση

– Σκανταλιές δεν έχεις κάνει;

«Οσο κι αν σου φαίνεται παράξενο όχι. Είμαι πάρα πολύ ήρεμος. Με τους φίλους θα κάνουμε και καμία βλακεία, αλλά σε γενικές γραμμές είμαι ήρεμος. Η τρέλα βγαίνει περισσότερο με τους κολλητούς και τους φίλους».

– Ποια είναι η μεγαλύτερη χαζόμαρα που έχεις κάνει; Εκτός της γνωστής…

«Τι να σου πω τώρα… (σκέφτεται αρκετά)…(Γελάει)… Αυτό δεν το ξέρει ο πατέρας μου… Πρέπει να το πω;»

– Ναι!!!

«Ε, θα το πω.. Ήμασταν σπίτι λοιπόν. Πέρσι.. Επτά άτομα. Οι γονείς μου έφυγαν με το αμάξι για το χωριό και ο πατέρας μου έχει αφήσει τη μηχανή του στο σπίτι. Οι φίλοι μου είχαν δύο μηχανάκια. Αλλά δε χωράγαμε να ανέβουμε όλοι πάνω για να πάμε στο κέντρο της Πάτρας. Τι να κάνουμε, τι να κάνουμε… Κάποια στιγμή τους λέω… Φύγαμε! Πάμε! «Ρε πως θα πάμε στο κέντρο 7 άτομα με δύο μηχανάκια» με ρωτούσαν… «Μη σας ανησυχεί τίποτα. Η μηχανή είναι εδώ, τα κλειδιά ξέρω που είναι, το παίρνουμε, το φουλάρουμε μετά με βενζίνη, το αφήνουμε στην θέση του και ούτε γάτα ούτε ζημιά» τους απάντησα. Όπως κι έγινε τελικά. Στις επτά το πρωί γυρίσαμε εκείνη την ημέρα».

– ΑΕΚ! Τι έγινε τελικά; Πως έκανες ένα τόσο μεγάλο λάθος;

«Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα συνειδητοποιήσει τι είχα πει… Η συνέντευξη έγινε πέντε μέρες πριν τη δημοσίευση και στο διάστημα που μεσολάβησε δε μου πέρασε ποτέ από το μυαλό, έστω η υποψία ότι μπορεί να έχω πει κάτι λάθος… Δεν ήθελα ποτέ να πω κάτι το οποίο θα ενοχλούσε… Δεν το σκέφτηκα καθόλου. Μέχρι που με πήρε τηλέφωνο ο πατέρας μου. Και ο διάλογος ήταν ως εξής…

– «Τι είπες ρε;»
– «Τι είπα;»
– «Βλέπω στην εφημερίδα ότι έχεις πει αυτό κι αυτό»
– «Ε καλά, αν πιστεύεις ότι είναι πρόβλημα δε θα το ξαναπώ»
– «Μην κάνεις τέτοιες βλακείες… Τέρμα αυτά»

Αμέσως μόλις έκλεισε το τηλέφωνο, χτυπάει άλλο. Είναι ένας άνθρωπος της ΑΕΚ. Ε, από τότε, άρχισαν όλα. Μου είπε… «Τι έκανες; Γιατί είπες κάτι τέτοιο; Και τώρα τι θα κάνουμε;».

Εγώ αρχίζω και καταλαβαίνω ότι έχει δημιουργηθεί μεγάλο θέμα. Εκείνες οι ώρες και οι ημέρες που ακολούθησαν ήταν εφιαλτικές… Σκεφτόμουν μέσα μου ότι τελείωσα. Οτι θα αναγκαστώ να φύγω στο εξωτερικό. Τα τηλέφωνα έσπαγαν. Αισθανόμουν τελειωμένος. Στον Εσπερο δε θα έμενα, άρα θα έπρεπε να φύγω στο εξωτερικό. Ημουν πολύ, μα πάρα πολύ στεναχωρημένος διότι είδα τους δικούς μου ανθρώπους, τους γονείς μου, σε μία τόσο άσχημη κατάσταση. Είχαν περισσότερο άγχος από εμένα. Ηταν χάλια… Ολη την ημέρα με το τηλέφωνο στο χέρι και στην τσίτα. Ηταν μία εικόνα που με στεναχωρούσε αφάνταστα, διότι πάνω απ’όλα τους απογοήτευσα. Μου είχαν δείξει εμπιστοσύνη και με αυτό που είπα, τους προκάλεσα πάλι το φόβο. Σαν να τους έστελνα το μήνυμα ότι δεν πρέπει να μου έχουν εμπιστοσύνη. Οτι θα τα κάνω χάλια».

– Εκείνη την περίοδο, προσπάθησε κάποιος να επικοινωνήσει μαζί σου;

«Αρκετοί, αλλά έγιναν δύο τηλεφωνήματα που με βοήθησαν αποφασιστικά. Το πρώτο ήταν από τον κόουτς Παπαθεοδώρου, ο οποίος με ηρέμησε πάρα πάρα πολύ με αυτά που μου είπε. Ήμουν σε τραγική κατάσταση και μου είπε: «Ο,τι κι αν γίνει θα είμαι δίπλα σου και θα βρούμε λύση. Μην ανησυχείς. Θα τα αντιμετωπίσεις όλα και σε ό,τι χρειαστείς θα σταθώ στο πλευρό σου… Να μην έχεις καμία αγωνία». Αυτά τα λόγια με ηρέμησαν πάρα πολύ και στη συνέχεια με πήρε τηλέφωνο ο Γιάννης Γκαγκαλούδης».

– Ο Γιάννης πως και σε πήρε; Είστε φίλοι;

«Οχι. Ζήτησε το τηλέφωνό μου από το μάνατζέρ μου. Μου είπε λόγια πολύ ισχυρά. Με έκανε να σκεφτώ όλες τις πλευρές και να μην έχω μόνο τοξικές σκέψεις στο μυαλό μου. Τον ευχαριστώ για αυτό που έκανε. Ήταν πραγματικά πολύ χρήσιμο το τηλεφώνημά του. Γενικά ήμουν στη χειρότερη φάση της ζωής μου. Μέχρι και την ημέρα που υπέγραψα στον Αρη. Ακόμα και μία ώρα πριν πίστευα ότι δε θα γίνει τίποτα. Οτι θα χαλάσει η μεταγραφή. Με είχε πάρει από κάτω».

– Ο δημοσιογράφος σε ρώτησε: «Είσαι σίγουρος για αυτό που λες;»… Είχες δυνατότητα να κάνεις τα πάντα. Κωλοτούμπα, διάψευση, να κατηγορήσεις τον δημοσιογράφο, όπως θα έκαναν οι περισσότεροι. Εσύ όμως δεν έκανες τίποτα. Έδειξες πολύ αντρίκεια στάση. Από που βγήκε αυτή η προσέγγιση που αν μη τι άλλο δείχνει ποιότητα χαρακτήρα;

«Είχα καταλάβει τη βλακεία που έκανα. Δε θα έλεγα ποτέ ότι φταίει ο δημοσιογράφος. Γιατί να φταίει αυτός; Φταίω αποκλειστικά και μόνο εγώ. Φταίω, επειδή ήμουν σε μία παράξενη φάση. Ολοι ασχολούνταν μαζί μας, εφημερίδες, τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, οι πάντες.  Ε, παρασύρθηκα μάλλον. Δεν ξέρω τι να πω. Προφανώς δεν ήμουν συγκεντρωμένος. Εννοείται ότι δε θα ρίξω την ευθύνη σε κανέναν. Μόνο σε εμένα».

– Αν ήσουν αναγνώστης και διάβαζες ότι ένας συμπαίκτης σου στην Εθνική ομάδα, εκείνες τις ημέρες, έκανε ακριβώς την ίδια δήλωση, τι θα έλεγες;

«Ρε τι μαλάκας είναι αυτός! Αυτό θα έλεγα».

– Ποιο μάθημα πήρες;

«Προτιμώ να το κρατήσω για τον εαυτό μου»

– Εχεις δει, ή έχεις διαβάσει την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ;

«Ναι… Φυσικά και ξέρω. Και της ΑΕΚ και του Αρη που είμαι τώρα και φοράω τη φανέλα του. Απλά, δεν το σκέφτηκα όταν το έλεγα. Δεν το σκέφτηκα! Δεν έχω να πω κάτι άλλο».

– Υπήρξαν αντιδράσεις που σε τρόμαξαν;

«Ναι»

– Δηλαδή;

«Μου έλεγαν κάποιοι: Αν σε βρω θα σε σκοτώσω, θα σε μαχαιρώσω… Διάφορα τέτοια…»

– Στο κινητό;

«Οχι! Στο facebook»

 Και τι έκανες;

«Απλά δεν απαντούσα. Οπως επίσης υπήρξαν και φωνές φανατικών φίλων της ΑΕΚ που προσπάθησαν να μου εξηγήσουν ότι έκανα μεγάλο λάθος, αλλά ταυτόχρονα και να με εμψυχώσουν».

– Το πιο πληγωμένο πρόσωπο που είδες δίπλα σου εκείνες τις ημέρες ποιο ήταν;

«Κοίταξε… Εκείνες τις ημέρες ήμουν μόνος μου, μαζί με την κοπέλα μου. Μόνο αυτή έβλεπα. Οταν είδα τους δικούς μου είχε καταλήξει η υπόθεση. Θα έλεγα το δικό μου πρόσωπο ήταν το πιο πληγωμένο. Αν κι έμαθα μετά ότι η μητέρα μου ήταν πάρα πολύ άσχημα».

– Φίλοι και συγγενείς πως το αντιμετώπισαν; Υπήρξαν άνθρωποι που σου έβγαλαν μία διαφορετική στάση;

«Από την οικογένειά μου κανείς. Ούτε από τους φίλους μου. Ολοι ήταν δίπλα μου. Και η κοπέλα μου. Αν δεν την είχα δίπλα μου, θα είχα «πεθάνει».

– Με τον πρόεδρο της ΑΕΚ συναντήθηκες;

«Ναι! Και μου είπαν οι άνθρωποι ότι θα ήταν δύσκολο να διαχειριστώ την κατάσταση με τους φανατικούς οπαδούς της ΑΕΚ. Προσπάθησε να με συμβουλεύσει. Ασχολήθηκε. Δεν μπορώ να πω ότι δεν ασχολήθηκε».

– Τώρα που ανέβηκες στη Θεσσαλονίκη, αισθάνθηκες ότι κάποιοι από τον Αρη σε κοιτούν περίεργα; Αναφέρομαι σε οπαδούς!

«Οχι! Ούτε για αστείο. Αντιθέτως. Μου λένε θα σε κάνουμε Αρειανό. Ούτε ένας έχει πει άσχημη κουβέντα! Ακόμα και οι φανατικοί, που έχει τύχει να τους δω μία δυο φορές, μου έχουν δείξει αγάπη. Και τους ευχαριστώ».

– Λες ποτέ ψέμματα;

«Δεν μπορώ να πω ποτέ ψέμματα. Κι αν κάνω βλακεία είμαι έτοιμος να υποστώ τις συνέπειες. Έτσι μεγάλωσα, έτσι θα προχωρήσω».

– Γιατί άργησες να βγάλεις την ανακοίνωση;

«Γιατί δε με άφηναν»

– Ποιος;

«Η ΑΕΚ… Ήθελα να ζητήσω συγγνώμη. Δε θα υποστήριζα ποτέ ότι δεν είπα αυτά που δημοσιεύτηκαν. Ηθελα όμως να ζητήσω συγγνώμη γιατί κατάλαβα ότι άθελά μου πλήγωσα πολλούς ανθρώπους»

– Και γιατί δε σε άφησαν;

«Μάλλον πίστευαν ότι θα κάνω καμία βλακεία πάλι (γελάει)…»

– Τι άλλο έχεις να θυμηθείς από τότε;

«Τίποτα. Το άγχος και ο φόβος που είχα μέσα μου, διότι δε σου κρύβω ότι τρόμαζα να βγω από το σπίτι για κάποιες μέρες, έφυγαν όταν μίλησα με τον κόουτς Παπαθεοδώρου και τον Γιάννη».

– Να σου πω, μπαίνοντας στο Αλεξάνδρειο…

«Ξέρω, άστο! Ανατριχίλα. Και ειδικά βλέποντας τον Γκάλη… Βλέποντας κοντά μου αυτόν τον άνθρωπο, τη λατρεία που του δείχνει ο κόσμος, τις αντιδράσεις τους, τη φανέλα που είναι κρεμασμένη, αστο… Δεν υπάρχει, δεν περιγράφεται αυτό που ένιωσα. Κατάλαβα όμως, πάρα πάρα πολλά».

– Ανησυχείς για την αντίδραση του εαυτού σου μόλις μπεις στο γήπεδο και δεις γύρω σου πέντε χιλιάδες κόσμο να χοροπηδάει; Θα κοκαλώσεις;

«Θέλω… Θέλω πολύ!»

– Εχεις ξαναπαίξει ποτέ μπροστά σε πέντε χιλιάδες κόσμο;

«Οχι… Και το θέλω πάρα πολύ. Το περιμένω πως και πως… Πως και πως!»

– Πόσο μεγάλωσες σε 15-20 μέρες μέχρι δηλαδή να υπογράψεις στον Αρη μετά την ιστορία με την ΑΕΚ;

«Πάρα πολύ. Πάρα πολύ. Σκέφτομαι πλέον 200 φορές πριν κάνω κάτι. Ασε που πλέον μένω μόνος μου και είναι κάτι τελείως διαφορετικός για εμένα».

– Το πρώτο καλάθι που θα βάλεις στο Αλεξάνδρειο, σε ποιον θα το αφιερώσεις;

«Στο θείο μου και τη γιαγιά μου που έχουν φύγει από τη ζωή μου. Σε αυτούς. Τους αγαπούσα πάρα πολύ».

To Top