Η Ρεάλ είδε τους Μουνιόθ και Παζ να υπογράφουν στις Λίβερπουλ και Κόμο αντίστοιχα, βάζοντας εκατομμύρια στα ταμεία τους.
Η Ρεάλ Μαδρίτης δεν φημίζεται για τις ακαδημίες της, η «Λα Φάμπρικα» δεν συγκρίνεται με την φημισμένη «Μασία» της Μπαρτσελόνα, αλλά ούτε με τις ακαδημίες ανά την Ευρώπη, όμως αυτό δεν την σταματά από το να βγάζει… εκατομμύρια από ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν ελάχιστα έως καθόλου για τον σύλλογο.
Ποδοσφαιριστές που είτε δεν κατάφεραν να βρουν ουσιαστικό χρόνο συμμετοχής στην πρώτη ομάδα είτε δεν προέρχονταν από τον βασικό κορμό των Μαδριλένων απέφεραν στον σύλλογο περισσότερα από 100 εκατομμύρια ευρώ μέσα από μια σειρά μεταγραφών, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μία φορά τη στρατηγική ικανότητα του Φλορεντίνο Πέρεθ.
Η συγκεκριμένη τακτική εφαρμόζεται εδώ και χρόνια, όμως στη φετινή μεταγραφική περίοδο έχει φτάσει σε ακόμη υψηλότερο επίπεδο. Η Ρεάλ παραχωρεί μέρος των δικαιωμάτων των ποδοσφαιριστών, διατηρεί ποσοστά μεταπώλησης ή ενσωματώνει ρήτρες επαναγοράς, περιμένοντας η αξία τους να αυξηθεί μακριά από τη «Ciudad Real Madrid» στο Βαλδεμπέμπας. Με αυτόν τον τρόπο, η έλλειψη χώρου στο ρόστερ δεν μετατρέπεται σε ζημία, αλλά σε μια επένδυση που μπορεί να αποφέρει οικονομικά οφέλη περισσότερες από μία φορές.
Σύμφωνα με τον έγκυρο Ιταλό δημοσιογράφο Φαμπρίτσιο Ρομάνο, οι μεταγραφές των Νίκο Παζ, Βίκτορ Μουνιόθ, Μάριο Χίλα, Άλβαρο Ροντρίγκες, Μάριο Μαρτίν και Φραν Γκαρθία απέφεραν συνολικά περίπου 120,5 εκατομμύρια ευρώ στα ταμεία της Ρεάλ Μαδρίτης.
Το μεγαλύτερο ποσό προήλθε από την πώληση του Αργεντίνου μεσοεπιθετικού, που απέφερε 60 εκατ. ευρώ, ενώ ακολούθησαν ο Βίκτορ Μουνιόθ με 25,5 εκατ. ευρώ, ο Μάριο Χίλα με 15 εκατ. ευρώ και ο Άλβαρο Ροντρίγκες με 12,5 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η «Βασίλισσα» έχει διατηρήσει δικλείδες ασφαλείας σε αρκετές από αυτές τις συμφωνίες, όπως ρήτρες επαναγοράς ή ποσοστά επί μελλοντικής μεταπώλησης, ώστε να μπορεί να επαναφέρει κάποιους από τους ποδοσφαιριστές εφόσον εξελιχθούν σύμφωνα με τις προσδοκίες.
H υπόθεση Παζ που αποτελεί το… τρανό παράδειγμα αυτού του μοντέλου
Η περίπτωση του Νίκο Παζ αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεταγραφικής στρατηγικής που εφαρμόζει η Ρεάλ Μαδρίτης. Οι «μερένγκες» ενεργοποίησαν τη ρήτρα επαναγοράς του από την Κόμο, καταβάλλοντας εννέα εκατομμύρια ευρώ, όμως αντί να τον εντάξουν άμεσα στο ρόστερ τους, επαναδιαπραγματεύθηκαν με τον ιταλικό σύλλογο.
Η Κόμο κατέβαλε τελικά 60 εκατομμύρια ευρώ για να διατηρήσει τον διεθνή ποδοσφαιριστή, με τη Ρεάλ να πετυχαίνει μια εξαιρετικά επικερδή συμφωνία. Ουσιαστικά, εξασφάλισε ξανά τα δικαιώματα του ποδοσφαιριστή με σχετικά μικρό κόστος και αξιοποίησε αυτή τη θέση για να ολοκληρώσει μια πώληση πολλαπλάσιας αξίας, αποκομίζοντας σημαντικό οικονομικό όφελος.
Παρ’ όλα αυτά, ο Φλορεντίνο Πέρεθ φρόντισε να μην κλείσει οριστικά την πόρτα της επιστροφής του Αργεντινού. Η συμφωνία προβλέπει νέα ρήτρα επαναγοράς, ύψους περίπου 80 εκατομμυρίων ευρώ, η οποία θα μπορεί να ενεργοποιηθεί το 2027, ενώ η Ρεάλ Μαδρίτης διατηρεί και δικαίωμα πρώτης άρνησης, έχοντας τη δυνατότητα να ισοφαρίσει οποιαδήποτε πρόταση αποδεχθεί η Κόμο.
Με αυτόν τον τρόπο, οι Μαδριλένοι εξασφάλισαν σημαντικά έσοδα από έναν ποδοσφαιριστή που δεν είχε εξασφαλισμένο ρόλο στην πρώτη ομάδα, χωρίς όμως να χάσουν τον έλεγχο του μέλλοντός του, διατηρώντας την επιλογή να τον επαναφέρουν στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου» εφόσον η εξέλιξή του το δικαιολογήσει.
Η συγκεκριμένη απόφαση συνδέεται και με τον έντονο ανταγωνισμό που υπάρχει στη μεσαία γραμμή της Ρεάλ. Ο Νίκο Παθ χρειαζόταν σταθερό χρόνο συμμετοχής και πρωταγωνιστικό ρόλο, κάτι που δύσκολα θα έβρισκε σε μια ομάδα όπου αγωνίζονται ήδη οι Τζουντ Μπέλιγχαμ, Φεντερίκο Βαλβέρδε, Ορελιέν Τσουαμενί και Εντουάρντο Καμαβινγκά. Αντίθετα, στην Κόμο αποτελεί βασικό στέλεχος του συνόλου του Σεσκ Φάμπρεγας, θα έχει την ευκαιρία να αγωνιστεί στο Champions League και να συνεχίσει την εξέλιξή του σε ένα περιβάλλον όπου μπορεί να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο.



