Μια συνέντευξη διαφορετική από τις άλλες… Ο Μάριο Μπόνι στον SUPER ARIS για όλους και για όλα!

Μια συνέντευξη διαφορετική από τις άλλες. Μια συνέντευξη που θα προκαλέσει ανατριχίλα. Μια συνέντευξη που μόνο ο Μάριο Μπόνι μπορεί να δώσει και μόνο οπαδοί μπορούν να πάρουν. Ο τρελός Ιταλός μίλησε στον SUPER ARIS για την επιστροφή του στο Παλέ, αλλά και για τα περασμένα χρόνια, την διετία 1996-98, όπου και κατέκτησε δύο τίτλους με τον Άρη και έγινε ένα από τα πιο λατρεμένα πρόσωπα των φιλάθλων της ομάδας!

Η συνέντευξη του Μάριο Μπόνι στον SUPER ARIS:

Μέρες που είναι, αποφασίσαμε να βάλουμε κάτι γιορτινό κι ευχάριστο. Και πιο ευχάριστο ξύπνημα αναμνήσεων και συναισθημάτων,(… από μια το ίδιο δύσκολη εποχή), από μια συνέντευξη του μεγάλου «τρελού», Μάριο Μπόνι, δεν υπάρχει. Έτσι, για να ξαναθυμούνται οι παλιοί και να οδηγούνε τους νέους και να μαθαίνουν οι νέοι και να κρατάνε τους παλιούς…

Πρόσφατα, σου δόθηκε η ευκαιρία να επιστρέψεις, ξανά, στη πόλη που δοξάστηκες. Αλήθεια, πως ένιωσες μπαίνοντας και πάλι, μετά από 15 ολόκληρα χρόνια, στη θρυλική σάλα του Παλέ;

«Τα συναισθήματα που ένιωθα, εκείνες τις στιγμές, ήταν, τόσο έντονα, που, νόμιζα ότι θα πάθαινα… καρδιακή προσβολή. Τεράστια τιμή και, φυσικά, ευχαρίστηση κάθε φορά που επιστρέφω σ’ αυτή τη πόλη κι απολαμβάνω την, τόσο ζεστή, αγάπη του κόσμου του ΆΡΗ…»

Εκείνη τη μέρα, σε θαυμάσαμε να πετυχαίνεις 22 πόντους… Με ένα μήνα προετοιμασία, νομίζουμε ότι θα ‘σαι έτοιμος, ν’ ανταπεξέλθεις, σε υψηλό επίπεδο, ακόμα και σήμερα… Να μπαίνεις μέσα, στο τέλος και να καθάριζες κάθε αντίπαλο με τις τριποντάρες σου…

«Τώρα που το σκέφτομαι, θα ‘ταν πάρα πολύ καλό αυτό…(γελάει). Μέρα που περνάει δεν ξαναπερνάει, κι εγώ, ήθελα να παίζω, όσο με βαστάνε τα πόδια μου, κάτι, που κατάφερα, μέχρι και τον περασμένο Ιούνιο. Ακόμα, όμως, κι όταν το καλοκαίρι είχα πρόταση απ’ την αγαπημένη μου Μοντεκατίνι, δε μπορούσα να πάω. Ένα πρόβλημα στον αχίλλειο τένοντα κι οι επαγγελματικές μου ασχολίες στο Μιλάνο, στάθηκαν οι αιτίες που αποφάσισα να μην αποδεχτώ την πρόταση και να σταματήσω, οριστικά, το μπάσκετ».

Συμβαίνει το εξής εντυπωσιακό, με τη περίπτωση σου, που είναι κι η μοναδική στην ιστορία του Συλλόγου μας, σε τέτοιο βαθμό. Μπορεί ν’ αγωνίστηκες, μόλις, δυο χρόνια στην ομάδα μας, αλλά, αγαπήθηκες και λατρεύεσαι, ακόμη και σήμερα, πολύ περισσότερο, ακόμα κι από παίκτες που έπαιξαν και για δεκαετίες σ’ αυτήν.

«Ναι, το ‘χω καταλάβει αυτό. Για να πω την αλήθεια, ακόμα και για μένα, είναι κάτι το μοναδικό, κάτι το απίστευτο. Ειδικά, τώρα, που πέρασαν και τόσα χρόνια…»

Ίσως, ήταν γραφτό, κάτι σα πεπρωμένο της μοίρας, να ταιριάξει τόσο πολύ η χημεία μας και να υπάρχει, ακόμη και σήμερα, αυτή η σχέση…

«Το πιστεύω κι εγώ αυτό. Τα χαρακτηριστικά των οπαδών του ΆΡΗ, είναι η τεράστια τρέλα και το αδάμαστο πνεύμα μαχητή, που διαθέτουν, όπως, ακριβώς κι εγώ. Επομένως, όταν υπάρχουν σε τέτοια κλίμακα, δυο τόσο κοινά στοιχεία, είναι απόλυτα φυσιολογικό η σχέση που δημιουργείτε να ‘χει …φανταστικό αποτέλεσμα…»

Το λέει, άλλωστε και το θρυλικό «… είναι τρελός ο Ιταλός». Όταν ακούς το συγκεκριμένο σύνθημα, τι αισθάνεσαι;

«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση… Ακόμα και σήμερα με κάνει κι ανατριχιάζω. Οτιδήποτε και να πω για να χαρακτηρίσω τα συναισθήματα που ένοιωθα και που νοιώθω κάθε φορά που το ακούω, είναι πολύ λίγο. Δεν υπάρχουν λέξεις για να το περιγράψω…»

Αλήθεια, νιώθεις και σήμερα,15 ολόκληρα χρόνια, μετά, το ίδιο τρελός, με τότε…;

«Επειδή, του χρόνου φτάνω, αισίως, τα πενήντα και να το ‘θελα δε θα μπορούσα να το ισχυριστώ. Παραμένει, βέβαια, μια πολύ μεγάλη δόση τρέλας…,αυτό είναι κάτι που βγαίνει από μέσα σου και δεν αλλάζει, με τίποτα, αλλά, πλέον, πρέπει να παραδεχτώ ότι σε σύγκριση με τότε, είναι πολύ λιγότερη…

Άλλωστε και μόνο ότι έχω αλλάξει 22 ομάδες στη καριέρα μου και …31 φορές σπίτι, νομίζω τα λέει όλα…

Είναι, ίσως, επειδή βαριέμαι, ψάχνοντας πάντα, να γνωρίζω καινούργιες εμπειρίες και νέους ανθρώπους…»

Απ’ όλες, αυτές τις ομάδες που πέρασες, ποια είναι η θέση που καταλαμβάνει ο ΆΡΗΣ στη καρδιά σου;

«Αναμφίβολα, είναι, μαζί με τη Μοντεκατίνι οι δυο μεγάλες μου αγάπες. Ο ΆΡΗΣ ήταν το τοπ της καριέρας μου, το απόγειο. Μου χάρισε, αυτός κι ο κόσμος του, τις μεγαλύτερες και πιο έντονες στιγμές που έζησα, σαν αθλητής…»

Απ’ τα 21, ολόκληρα, λάβαρα που, είδες να κρέμονται πάνω απ’ το κεφάλι σου, στο πρόσφατο αγώνα των βετεράνων, τα δυο κατακτήθηκαν από σένα. Μη μου πεις ότι δεν έψαξες να τα βρεις, εκείνη τη μέρα…;

«…Τρελός είσαι…; Με το που μπήκα, ακόμα, σήκωσα το κεφάλι μου για να τα δω. Και, μόλις τα είδα, είπα «… ααα, εντάξει, είμαι ακόμα εδώ…»

Αναμφισβήτητα, ήταν δυο απ’ τα πιο ηρωικά, συγκλονιστικά και, τόσο δυνατά σε συναισθήματα, τρόπαια που ‘χουμε κατακτήσει σ’ ολόκληρη την ιστορία μας.

«Κι εγώ έτσι πιστεύω. Ιδιαίτερα, το πρώτο κύπελλο που κατακτήσαμε μέσα στην Προύσα, ήταν κάτι το ανεπανάληπτο. Δε νομίζω, ακόμη και σήμερα, να υπάρχει ομάδα που κάτω από τέτοιες συνθήκες, έχει κάνει παρόμοια ανατροπή, παίρνοντας, ένα τέτοιο τρόπαιο. Θυμάμαι πολύ καθαρά, ακόμα και σήμερα, τις εικόνες που βλέπαμε, μέσα απ’ τις οθόνες της Ελληνικής τηλεόρασης απ’ τους πανηγυρισμούς που ‘χαν ξεσπάσει σ’ όλες, σχεδόν, τις πόλεις της Ελλάδας και της Κύπρου. Είχαμε καταφέρει να βγάλουμε μια ολόκληρη χώρα, ένα ολόκληρο έθνος, στους δρόμους. Μόνο, τότε, συνειδητοποιήσαμε τι, ακριβώς, είχαμε καταφέρει…»

Άλλη μια τεράστια εμπειρία, ήταν κι η επιστροφή σας, την αμέσως επόμενη μέρα, στη Θεσσαλονίκη.

«Άλλο πάλι και τούτο… Αυτό που γίνονταν, εκείνη τη μέρα, στη Θεσσαλονίκη, δε περιγράφονταν… Μονάχα, όσοι ήταν εκεί και το ζήσανε μπορούν να καταλάβουνε τι εννοώ. Βρήκαμε μια ολόκληρη πόλη, «αναστατωμένη» και στο πόδι…Ντυμένη, απ’ άκρη σ’ άκρη, στα κιτρινόμαυρα, να μας σηκώνει στα χέρια, απ’ τη στιγμή που φτάσαμε στο αεροδρόμιο, ως και τη στιγμή που φτάσαμε στη πόρτα του σπιτιού μας. Δεν είναι υπερβολικό αυτό που λέω. Αρκετούς μας συνοδεύσανε μέχρι εκεί… Μια τεράστια πομπή χιλιομέτρων που μας ακολουθούσε, κορνάροντας, φωνάζοντας, χοροπηδώντας κι αγκαλιάζοντας μας, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής μας στη πόλη. Στιγμές αξέχαστες, για όλους εμάς, που είχαμε το προνόμιο και τις ζήσαμε, που, φυσικά, δεν πρόκειται να τις ξεχάσουμε ποτέ μας».

Μια ακόμη καταπληκτική ιστορία, που θυμόμαστε όλοι εμείς, εκείνης της γενιάς, ήταν ο τρόπος που σε ψήσαμε να παραμείνεις και ν’ αγωνιστείς, τελικά, στο φαιναλ φορ του κυπέλλου, του 1998, στη Θεσσαλονίκη. Ένα κύπελλο καρδιάς, που, ή εμείς θα το παίρναμε, ή πάλι εμείς…Θες να μας πεις τι έγινε, εκείνη την ημέρα…;

«(γελάει)Ακόμη και σήμερα, θυμάμαι αυτές τις στιγμές και συγκινούμε. Είχαμε πάρει, ήδη, την απόφαση μας, με τη σύζυγο μου, να φύγουμε. Τώρα που το μάθατε εσείς πραγματικά, δεν το ξέρω, αλλά, η αλήθεια είναι ότι ήρθατε στο σπίτι μου, ακριβώς πάνω στην ώρα… Ακριβώς, την ώρα που πακετάραμε τα πράγματα μας, έτοιμοι να φύγουμε για το αεροδρόμιο… Όταν έρχονται σπίτι σου οι άνθρωποι που σ’ έχουν χαρίσει, τέτοιες μοναδικές στιγμές στη ζωή σου και σου ζητάνε κάτι τέτοιο, ότι κι αν έχει συμβεί, ότι προβλήματα κι αν έχεις, δε δικαιούσαι να σκεφτείς τίποτε άλλο. Τελειώνουν τα πάντα, για σένα, δεν υπάρχει τίποτε άλλο… Μόνο πως θα καταφέρεις ν’ ανταποδώσεις, με το δικό σου τρόπο, μέρος της αγάπης που, τόσο απλόχερα, δέχτηκες από εκείνους. «Θέλουμε να κάτσεις και να παίξεις…» μου είπαν… “Για την ομάδα και για τη πάρτη μας…»ήταν τα λόγια τους».

Μετά, από τόσα χρόνια, πια, το ‘χεις μετανιώσει ή θα ‘παιρνες και πάλι την ίδια απόφαση;

«Δεν υπάρχει περίπτωση, ακόμα και τώρα, στα πενήντα μου χρόνια, να μην έπαιρνα την ίδια απόφαση. Όχι, απλά, δε το ‘χω μετανιώσει, αλλά, απεναντίας, η στάση κι η απόφαση που πήρα με κάνει να νοιώθω, πάρα πολύ υπερήφανος και ήσυχος, απέναντι στο κόσμο του ΆΡΗ και, πολύ περισσότερο, στην ίδια μου τη συνείδηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ποιος τα γ… τα λεφτά, τα συμβόλαια και τα μπόνους; Τα μόνα που πρέπει να σε νοιάζουν, εκείνες τις στιγμές, είναι ο τίτλος, η αγάπη του κόσμου κι η υστεροφημία σου…Για να μπορείς να κοιμάσαι ήσυχος, τα επόμενα χρόνια…»

Εμείς είπαμε τα δικά μας… Υπάρχει, μήπως, κάποιο, άλλο, περιστατικό από τότε, που δεν έχει δει ακόμα, το φως της δημοσιότητας και θέλεις να το μοιραστείς, για πρώτη φορά, σήμερα, μαζί μας;

«Όταν το 1996, μέσω, του περίφημου, τότε, νόμου Μπόσμαν, μου μετέφερε ο μάνατζερ μου, τη πρόταση του ΆΡΗ, εγώ δεν πίστευα στ’ αυτιά μου…Πετούσα απ’ τη χαρά μου… «Ο ΆΡΗΣ είναι η ομάδα του Γκάλη…» του είπα, «…Αυτή είναι μεγάλη ομάδα…». Ερχόμενος, για πρώτη φορά, στη Θεσσαλονίκη και περιμένοντας τις αποσκευές μας, στο αεροδρόμιο, μαζί με την, τότε, γυναίκα μου, είδαμε στην έξοδο, να υπάρχουν δεκάδες κάμερες, δημοσιογράφοι και μικρόφωνα. Νομίζαμε, ότι θα περιμένουν κάποιο διάσημο τραγουδιστή ή πολιτικό. Μόλις μας υποδέχτηκε ο εκπρόσωπος του ΆΡΗ, μας είπε ότι μας περιμένουν κάποιοι δημοσιογράφοι για κάποιες ερωτήσεις. Με το που είδα, όλο αυτό το πλήθος να ‘ρχεται, κατά πάνω μας, είπα από μέσα μου… εδώ είμαστε. Μπορώ να πω, ότι από κει ξεκίνησαν όλα… Εκείνη τη στιγμή έφαγα την πρώτη μου ένεση…Κατάλαβα, ότι εδώ παίζει μια πολύ διαφορετική κατάσταση, απ’ όλα όσα, συμβατικά, έβλεπα, μέχρι εκείνη την ώρα, στη πατρίδα μου…»

Απ’ τους τότε συμπαίκτες, υπάρχουν, ορισμένοι, που διατηρείς επαφές;

«Μόνο με τον Αγγελίδη, τον Φλώρο και το Ναχάρ, που, τυχαίνει η γυναίκα του να ‘ναι απ το Μοντεκατίνι. Δυστυχώς, ο παικταράς, ο Λιαδέλης, ούτε αγγλικά μιλάει κι έτσι δε μπορώ να βγάλω, με τίποτα, συνεννόηση, μαζί του»

Δε ξέρουμε, αν το γνωρίζεις, αλλά, εδώ και κάποιο διάστημα, ο χορηγός εκείνης της ομάδας, ο Ζαφείρης Σαμολαδάς, δε βρίσκεται πια, ανάμεσα μας.

«Όχι δεν το ‘ξερα, αυτό. Από σας, τ’ ακούω, πρώτη φορά και πραγματικά, λυπάμαι πολύ γι αυτό…»

Μάριο, σ’ ευχαριστούμε, πάρα πολύ και σ’ ευχόμαστε, ολόψυχα, χρόνια πολλά και καλή χρονιά. Και να ξέρεις κάτι. Είσαι ο πρεσβευτής του ΆΡΗ μας στην Ιταλία…

«Νομίζω ότι όλοι, πια, το ξέρουν αυτό. Δεν έπαψα ποτέ να παρακολουθώ και να ενδιαφέρομαι για τη πορεία της ομάδας. Μπορεί να μην πάει ,ιδιαίτερα, καλά αυτό το διάστημα, αλλά είμαι σίγουρος ότι είναι κάτι παροδικό και γρήγορα, θα επανέλθει σε πρωταγωνιστικές θέσεις. Είναι στο DNA, αυτού του Συλλόγου, να πρωταγωνιστεί…

Καλή χρονιά με υγεία και χαρά, σ’ όλους τους φίλους του ΆΡΗ…»

 

To Top